Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to implement
01
εφαρμόζω, χρησιμοποιώ
to apply or utilize a device, tool, or method for a specific purpose
Transitive: to implement a method or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
implement
γ΄ ενικό πρόσωπο
implements
ενεστώτα μετοχή
implementing
απλός αόριστος
implemented
παθητική μετοχή
implemented
Παραδείγματα
The researcher plans to implement a new experimental procedure to test the hypothesis.
Ο ερευνητής σκοπεύει να εφαρμόσει μια νέα πειραματική διαδικασία για να δοκιμάσει την υπόθεση.
02
εφαρμόζω, υλοποιώ
to put a plan or idea into action using tangible and specific steps to ensure its successful realization
Transitive: to implement a plan or idea
Παραδείγματα
In an effort to enhance customer service, the retail store decided to implement a new feedback system to address customer concerns.
Σε μια προσπάθεια να βελτιώσει την εξυπηρέτηση πελατών, το καταστήματα λιανικής πώλησης αποφάσισε να υλοποιήσει ένα νέο σύστημα ανατροφοδότησης για την αντιμετώπιση των ανησυχιών των πελατών.
03
εφαρμόζω, υλοποιώ
to carry out or enforce laws, rules, or policies
Transitive: to implement rules and policies
Παραδείγματα
The company implemented cybersecurity protocols to ensure compliance with data protection laws.
Η εταιρεία εφάρμοσε πρωτόκολλα κυβερνοασφάλειας για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους νόμους προστασίας δεδομένων.
Implement
01
εργαλείο, όργανο
a tool or device used for a specific task or purpose, often essential in daily activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
implements
Παραδείγματα
He packed camping implements such as a tent, cooking stove, and sleeping bag for the trip.
Συσκεύασε εργαλεία κατασκήνωσης όπως σκηνή, κουζινάκι και υπνόσακο για το ταξίδι.
Λεξικό Δέντρο
implemented
implement



























