Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperishable
01
άφθαρτος, αδιάφθορος
not perishable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperishable
συγκριτικός βαθμός
more imperishable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
durability, time, quality
02
αθάνατος, ανέκφραστος
enduring for a long time or indefinitely
Παραδείγματα
The concept of love is often seen as an imperishable force that transcends time.
Η έννοια της αγάπης θεωρείται συχνά ως μια αθάνατη δύναμη που υπερβαίνει τον χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imperishable
perishable
perish



























