imperious
im
ɪm
ιμ
pe
ˈpɪə
πιε
rious
riəs
ριασ
impetuousimpervious

Ορισμός και σημασία του "imperious"στα αγγλικά

01

αυταρχικός, απολυταρχικός

having an unpleasantly proud and arrogant demeanor, displaying a demand for obedience 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperious
συγκριτικός βαθμός
more imperious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, social
Παραδείγματα
The teacher's imperious attitude was not well-received by parents, who felt she lacked understanding and empathy. 

Η αυταρχική στάση της δασκάλας δεν έγινε καλά δεκτή από τους γονείς, που ένιωθαν ότι της έλειπε κατανόηση και ενσυναίσθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imperiously
imperiousness
imperious
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store