imperfect
im
ˌɪm
ιμ
per
ˈpɜr
περρ
fect
fɪkt
φικτ
/ɪmpˈɜːfɛkt/

Ορισμός και σημασία του "imperfect"στα αγγλικά

01

ατελής, ελαττωματικός

having faults, flaws, or shortcomings
imperfect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperfect
συγκριτικός βαθμός
more imperfect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting was captivating but imperfect, with brushstrokes that were slightly uneven.
Ο πίνακας ήταν συναρπαστικός αλλά ατελής, με πινελιές που ήταν ελαφρώς άνισες.
02

ατελής, ηθικά αδύναμος

wanting in moral strength, courage, or will; having the attributes of man as opposed to e.g. divine beings
01

ατελής

(grammar) the verb tense that indicates an action of the past is not complete
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperfects
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store