Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperfect
01
ατελής, ελαττωματικός
having faults, flaws, or shortcomings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperfect
συγκριτικός βαθμός
more imperfect
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old chair was comfortable but imperfect, with a wobbly leg.
Η παλιά καρέκλα ήταν άνετη αλλά ατελής, με ένα κουνισμένο πόδι.
02
ατελής, ηθικά αδύναμος
wanting in moral strength, courage, or will; having the attributes of man as opposed to e.g. divine beings
Imperfect
01
ατελής
(grammar) the verb tense that indicates an action of the past is not complete
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imperfects
Λεξικό Δέντρο
imperfectness
imperfect
perfect



























