impending
im
ɪm
ιμ
pen
ˈpɛn
πεν
ding
dɪng
ντινγκ
impedingimpoundingimpelling

Ορισμός και σημασία του "impending"στα αγγλικά

01

επικείμενος, προσεχής

about to happen soon, often with a sense of threat or urgency 
impending definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impending
συγκριτικός βαθμός
more impending
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
events, time, anticipation
Παραδείγματα
The impending birth of their first child filled the couple with excitement and anticipation. 

Η επικείμενη γέννηση του πρώτου τους παιδιού γέμισε το ζευγάρι με ενθουσιασμό και προσμονή.

02

επικείμενος, προσεχής

likely to occur in the near future 
Παραδείγματα
The villagers were warned of the impending volcanic eruption and began to evacuate immediately. 

Οι χωρικοί προειδοποιήθηκαν για την επικείμενη ηφαιστειακή έκρηξη και άρχισαν να εκκενώνουν αμέσως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impending
pending
pend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store