impeccant
im
ɪm
im
pe
ˈpɛ
pe
ccant
kənt
kēnt
peccant

Ορισμός και σημασία του "impeccant"στα αγγλικά

01

άμεμπτος, αναμάρτητος

free from moral fault or wrongdoing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impeccant
συγκριτικός βαθμός
more impeccant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The saint was revered for his impeccant life, having lived without sin. 

Ο άγιος τιμήθηκε για την άψογη ζωή του, έχοντας ζήσει χωρίς αμαρτία.

Λεξικό Δέντρο

impeccant
peccant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store