impeccant
im
ɪm
ιμ
pe
ˈpɛ
πε
ccant
kənt
καντ
/ɪmpˈɛkənt/

Ορισμός και σημασία του "impeccant"στα αγγλικά

01

άμεμπτος, αναμάρτητος

free from moral fault or wrongdoing
Παραδείγματα
The leader ’s impeccant reputation was a source of inspiration for his followers.
Η άψογη φήμη του ηγέτη ήταν πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς του.

Λεξικό Δέντρο

impeccant
peccant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store