Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impasse
01
αδιέξοδο, αδιέξοδο
a difficult situation in which opposing parties cannot reach an agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impasses
Παραδείγματα
Negotiations reached an impasse after both sides refused to budge.
Οι διαπραγματεύσεις έφτασαν σε αδιέξοδο αφού και οι δύο πλευρές αρνήθηκαν να υποχωρήσουν.
02
αδιέξοδο, τυφλό σοκάκι
a dead-end street
Παραδείγματα
Their house is located at the end of a quiet impasse.
Το σπίτι τους βρίσκεται στο τέλος ενός ήσυχου αδιεξόδου.



























