Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impale
01
διαπερνώ, καρφώνω
to pierce through something with a sharp or pointed object
Transitive: to impale sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impale
γ΄ ενικό πρόσωπο
impales
ενεστώτα μετοχή
impaling
απλός αόριστος
impaled
παθητική μετοχή
impaled
Παραδείγματα
He impaled the document with a pushpin to attach it to the bulletin board.
Έπιασε το έγγραφο με μια πινέζα για να το στερεώσει στον πίνακα ανακοινώσεων.
02
καρφώνω, τρυπώ
to torture or execute someone by affixing them to a sharp stake
Transitive: to impale sb
Παραδείγματα
In ancient times, prisoners were impaled as a form of public execution.
Στην αρχαιότητα, οι κρατούμενοι καρατομούνταν ως μια μορφή δημόσιας εκτέλεσης.
Λεξικό Δέντρο
impalement
impale



























