Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Immunosuppression
01
ανοσοκαταστολή, καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος
suppression of the immune system's activity, often intentionally for medical reasons
Παραδείγματα
Immunocompromised patients may be advised to avoid certain environments with higher infection risks.
Οι ασθενείς με ανοσοκαταστολή μπορεί να συμβουλευτούν να αποφεύγουν ορισμένα περιβάλλοντα με υψηλότερους κινδύνους μόλυνσης.
Λεξικό Δέντρο
immunosuppression
immunosuppre



























