Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immobilize
01
ακινητοποιώ
cause to be unable to move
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immobilize
γ΄ ενικό πρόσωπο
immobilizes
ενεστώτα μετοχή
immobilizing
απλός αόριστος
immobilized
παθητική μετοχή
immobilized
02
ακινητοποιώ
prohibit the conversion or use of (assets)
03
ακινητοποιώ, μετατρέπω σε πάγιο κεφάλαιο
convert (assets) into fixed capital
04
ακινητοποιώ, αφήνω απροστάτευτο
make defenseless
05
ακινητοποιώ
to hold fast or prevent from moving
06
ακινητοποιώ, παγώνω
hold as reserve or withdraw from circulation; of capital
Λεξικό Δέντρο
immobilizing
immobilize
mobilize
mobile



























