immiscible
im
ɪm
ιμ
misc
mɪs
μισ
ible
əəbl
ααμπλ
admissibledismissibleomissiblepermissible

Ορισμός και σημασία του "immiscible"στα αγγλικά

immiscible
01

αμίξητος, μη αναμείξιμος

(of liquids) without the potential of getting mixed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immiscible
συγκριτικός βαθμός
more immiscible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, physics, liquids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

immiscible
miscible
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store