Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immortalize
01
αθανατίζω, κάνω αθάνατο
to make someone or something so famous that people remember it for a long time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immortalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
immortalizes
ενεστώτα μετοχή
immortalizing
απλός αόριστος
immortalized
παθητική μετοχή
immortalized
Παραδείγματα
The playwright immortalized the struggles of the working class through a timeless drama that resonated with audiences worldwide.
Ο θεατρικός συγγραφέας αθανατοποίησε τους αγώνες της εργατικής τάξης μέσα από ένα διαχρονικό δράμα που βρήκε απήχηση σε κοινό παγκοσμίως.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
immortalize
immortal
mortal
mort



























