to immortalize
i
ɪ
ι
mmor
ˈmɔ:
μο
ta
tə
τα
lize
laɪz
λαιζ
immortalise

Ορισμός και σημασία του "immortalize"στα αγγλικά

to immortalize
01

αθανατίζω, κάνω αθάνατο

to make someone or something so famous that people remember it for a long time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immortalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
immortalizes
ενεστώτα μετοχή
immortalizing
απλός αόριστος
immortalized
παθητική μετοχή
immortalized
Παραδείγματα
The playwright immortalized the struggles of the working class through a timeless drama that resonated with audiences worldwide. 

Ο θεατρικός συγγραφέας αθανατοποίησε τους αγώνες της εργατικής τάξης μέσα από ένα διαχρονικό δράμα που βρήκε απήχηση σε κοινό παγκοσμίως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

immortalize
immortal
mortal
mort
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store