Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immortalize
01
αθανατίζω, κάνω αθάνατο
to make someone or something so famous that people remember it for a long time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immortalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
immortalizes
ενεστώτα μετοχή
immortalizing
απλός αόριστος
immortalized
παθητική μετοχή
immortalized
Παραδείγματα
The championship victory immortalized the underdog team in the annals of sports history.
Η νίκη του πρωταθλήματος αθανατοποίησε την ομάδα που δεν ήταν φαβορί στα χρονικά της αθλητικής ιστορίας.
Λεξικό Δέντρο
immortalize
immortal
mortal
mort



























