immune
i
ˌɪ
ι
mmune
ˈmjun
μγουν
/ɪmjˈuːn/

Ορισμός και σημασία του "immune"στα αγγλικά

01

ανοσοποιημένος, ανοσοποιημένο άτομο

a person who is immune to a particular infection
immune definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
immunes
01

ανοσοποιημένος, προστατευμένος

safe from catching a disease or being infected
immune definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immune
συγκριτικός βαθμός
more immune
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of exposure, she became immune to the bacteria.
Μετά από χρόνια έκθεσης, έγινε ανοσία στα βακτήρια.
02

ανοσοποιητικός, ανοσολογικός

relating to the condition of immunity
03

απρόσβλητος, προστατευμένος

secure against
04

απρόσβλητος, αναίσθητος

not influenced or upset by any negative impact
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store