Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Immune
01
ανοσοποιημένος, ανοσοποιημένο άτομο
a person who is immune to a particular infection
immune
01
ανοσοποιημένος, προστατευμένος
safe from catching a disease or being infected
Παραδείγματα
After years of exposure, she became immune to the bacteria.
Μετά από χρόνια έκθεσης, έγινε ανοσία στα βακτήρια.
02
ανοσοποιητικός, ανοσολογικός
relating to the condition of immunity
03
απρόσβλητος, προστατευμένος
secure against
04
απρόσβλητος, αναίσθητος
not influenced or upset by any negative impact
Λεξικό Δέντρο
immunity
immunize
immune



























