Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immobile
01
ακίνητος, αμετακίνητος
unable to move
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immobile
συγκριτικός βαθμός
more immobile
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog lay immobile while sleeping.
Ο σκύλος κοιμόταν ακίνητος.
02
ακίνητος, σταθερός
firmly attached or fixed so that it cannot be moved easily
Παραδείγματα
The heavy safe remained immobile despite several attempts to move it.
Το βαρύ χρηματοκιβώτιο παρέμεινε ακίνητο παρά τις πολλές προσπάθειες να μετακινηθεί.
Λεξικό Δέντρο
immobile
mobile



























