immobile
im
ɪm
ιμ
mo
moʊ
μου
bile
bi:l
μπηλ
/ɪmˈə‍ʊba‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "immobile"στα αγγλικά

01

ακίνητος, αμετακίνητος

unable to move
immobile definition and meaning
Παραδείγματα
The dog lay immobile while sleeping.
Ο σκύλος κοιμόταν ακίνητος.
02

ακίνητος, σταθερός

firmly attached or fixed so that it cannot be moved easily
Παραδείγματα
The heavy safe remained immobile despite several attempts to move it.
Το βαρύ χρηματοκιβώτιο παρέμεινε ακίνητο παρά τις πολλές προσπάθειες να μετακινηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store