Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immobile
01
ακίνητος, αμετακίνητος
unable to move
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immobile
συγκριτικός βαθμός
more immobile
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, movement, health
Παραδείγματα
The patient remained immobile after the injury.
Ο ασθενής παρέμεινε ακίνητος μετά τον τραυματισμό.
02
ακίνητος, σταθερός
firmly attached or fixed so that it cannot be moved easily
Παραδείγματα
The bookshelf was immobile thanks to the wall brackets.
Το ράφι βιβλίων ήταν ακίνητο χάρη στα στηρίγματα τοίχου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
immobile
mobile



























