Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immense
01
τεράστιος, απέραντος
extremely large or vast in physical size
Παραδείγματα
Standing at the base of the immense mountain, she felt both awe and insignificance in its shadow.
Στεκόμενη στη βάση του τεράστιου βουνού, ένιωσε ταυτόχρονα δέος και ασήμαντη στη σκιά του.
02
τεράστιος, απέραντος
extremely vast in degree or intensity
Παραδείγματα
The relief they felt after hearing the good news was immense, lifting a huge weight off their shoulders.
Η ανακούφιση που ένιωσαν αφού άκουσαν τα καλά νέα ήταν τεράστια, σαν να αφαιρέθηκε ένα μεγάλο βάρος από τους ώμους τους.
Λεξικό Δέντρο
immensely
immenseness
immense



























