Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immense
01
τεράστιος, απέραντος
extremely large or vast in physical size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immense
συγκριτικός βαθμός
more immense
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Grand Canyon's immense size and breathtaking beauty attract millions of visitors each year.
Το τεράστιο μέγεθος και η εκπληκτική ομορφιά του Γκραντ Κάνιον προσελκύουν εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο.
02
τεράστιος, απέραντος
extremely vast in degree or intensity
Παραδείγματα
The project required an immense amount of effort and dedication from everyone involved.
Το έργο απαιτούσε μια τεράστια ποσότητα προσπάθειας και αφοσίωσης από όλους τους εμπλεκόμενους.
Λεξικό Δέντρο
immensely
immenseness
immense



























