illuminated
Pronunciation
/ˌɪˈɫuməˌneɪtəd/

Ορισμός και σημασία του "illuminated"στα αγγλικά

illuminated
01

φωτισμένος, φωτεινός

made bright or visible by light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illuminated
συγκριτικός βαθμός
more illuminated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city skyline was illuminated at night, creating a stunning view.
Το ορίζοντα της πόλης ήταν φωτισμένο τη νύχτα, δημιουργώντας μια εντυπωσιακή θέα.

Λεξικό Δέντρο

unilluminated
illuminated
illuminate
illumine
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store