illuminated
i
ɪ
i
llu
ˈlu:
loo
mi
mi
na
neɪ
nei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "illuminated"στα αγγλικά

illuminated
01

φωτισμένος, φωτεινός

made bright or visible by light 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illuminated
συγκριτικός βαθμός
more illuminated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The room was illuminated by the warm glow of the fireplace. 

Το δωμάτιο φωτίστηκε από τη ζεστή λάμψη της εστίας.

Λεξικό Δέντρο

unilluminated
illuminated
illuminate
illumine
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store