to illume
Pronunciation
/ɪlˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "illume"στα αγγλικά

to illume
01

φωτίζω, φωταυγίζω

to make something bright
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
illume
γ΄ ενικό πρόσωπο
illumes
ενεστώτα μετοχή
illuming
απλός αόριστος
illumed
παθητική μετοχή
illumed
Παραδείγματα
The new lighting design aimed to illume the workspace more effectively, enhancing productivity.
Ο νέος σχεδιασμός φωτισμού στοχεύει να φωτίσει τον χώρο εργασίας πιο αποτελεσματικά, ενισχύοντας την παραγωγικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store