to illume
i
ɪ
i
llume
ˈlju:m
lyoom

Ορισμός και σημασία του "illume"στα αγγλικά

to illume
01

φωτίζω, φωταυγίζω

to make something bright 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
illume
γ΄ ενικό πρόσωπο
illumes
ενεστώτα μετοχή
illuming
απλός αόριστος
illumed
παθητική μετοχή
illumed
Παραδείγματα
The moon's glow will illume the path for us tonight. 

Η λάμψη του φεγγαριού θα φωτίσει το μονοπάτι για εμάς απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store