Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ill-treat
01
κακομεταχειρίζομαι, καταχρώμαι
to behave cruelly or harshly towards someone or something
Transitive: to ill-treat sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ill-treat
γ΄ ενικό πρόσωπο
ill-treats
ενεστώτα μετοχή
ill-treating
απλός αόριστος
ill-treated
παθητική μετοχή
ill-treated
Παραδείγματα
The abusive husband was arrested for ill-treating his wife and children, both physically and emotionally.
Ο βίαιος σύζυγος συνελήφθη για κακοποίηση της συζύγου και των παιδιών του, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά.



























