Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ideologue
01
ιδεολόγος, δογματικός
a person who strongly supports and follows a particular set of beliefs or ideology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ideologues
Παραδείγματα
The ideologue promoted strict adherence to his political principles.
Ο ιδεολόγος προώθησε την αυστηρή τήρηση των πολιτικών του αρχών.



























