ideologue
i
ˈaɪ
ai
deo
diə
diē
logue
ˌlɒg
log
idealogue
ideolog

Ορισμός και σημασία του "ideologue"στα αγγλικά

01

ιδεολόγος, δογματικός

a person who strongly supports and follows a particular set of beliefs or ideology 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ideologues
Παραδείγματα
The ideologue promoted strict adherence to his political principles. 

Ο ιδεολόγος προώθησε την αυστηρή τήρηση των πολιτικών του αρχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store