ideologue
i
ˈaɪ
ai
deo
diə
diē
logue
loʊg
lowg
/ˈa‌ɪdɪˌɒlɒɡ/
ideolog

Ορισμός και σημασία του "ideologue"στα αγγλικά

01

ιδεολόγος, δογματικός

a person who strongly supports and follows a particular set of beliefs or ideology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ideologues
Παραδείγματα
The ideologue wrote several books defending his ideological stance.
Ο ιδεολόγος έγραψε αρκετά βιβλία υπερασπιζόμενος την ιδεολογική του θέση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store