Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ideologue
01
ιδεολόγος, δογματικός
a person who strongly supports and follows a particular set of beliefs or ideology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ideologues
Παραδείγματα
The ideologue wrote several books defending his ideological stance.
Ο ιδεολόγος έγραψε αρκετά βιβλία υπερασπιζόμενος την ιδεολογική του θέση.



























