Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Identity theft
01
κλοπή ταυτότητας, απάτη ταυτότητας
the illegal use of someone's name and personal information without their knowledge, particularly to gain money or goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She became a victim of identity theft when someone used her Social Security number to open a bank account.
Έγινε θύμα κλοπής ταυτότητας όταν κάποιος χρησιμοποίησε τον αριθμό κοινωνικής ασφάλισής της για να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό.



























