Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Identity card
01
ταυτότητα
any official card that shows someone's name, birth date, photograph, etc., proving who they are
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
identity cards
Παραδείγματα
Citizens are required to present an identity card for voting.
Οι πολίτες υποχρεούνται να παρουσιάσουν ταυτότητα για να ψηφίσουν.



























