Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hyssop
01
ύσσωπος, ένα αρωματικό φυτό με μικρά μοβ λουλούδια
a herbaceous plant with aromatic leaves and small purple flowers, often used for culinary and medicinal purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hyssops
Παραδείγματα
They infused hyssop in olive oil and used it as a natural remedy for skin irritations.
Επέβαλαν ύσσωπο σε ελαιόλαδο και το χρησιμοποίησαν ως φυσικό θεραπευτικό μέσο για τα δερματικά ερεθίσματα.
02
ύσσωπος, ευρωπαϊκό μέντα
a European mint with aromatic and pungent leaves used in perfumery and as a seasoning in cookery; often cultivated as a remedy for bruises; yields hyssop oil



























