to hurtle
hu
ˈhɜ:
rtle
ətl
ētl
hustlehurdle

Ορισμός και σημασία του "hurtle"στα αγγλικά

to hurtle
01

επιταχύνω, εκσφενδονίζω

to move with speed and intensity 
Intransitive: to hurtle somewhere
to hurtle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurtle
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurtles
ενεστώτα μετοχή
hurtling
απλός αόριστος
hurtled
παθητική μετοχή
hurtled
Παραδείγματα
The soccer ball hurtled toward the goalpost, propelled by the player's powerful kick. 

Η μπάλα του ποδοσφαίρου εκσφενδονίστηκε προς το δοκάρι, προωθημένη από το δυνατό χτύπημα του παίκτη.

02

εκσφενδονίζω, πετώ με δύναμη

to propel or cast an object with great force and intensity 
Transitive: to hurtle sth somewhere
Παραδείγματα
In a fit of anger, he hurtled the book across the room, narrowly missing the fragile vase. 

Σε μια έκρηξη θυμού, έριξε βίαια το βιβλίο απέναντι στο δωμάτιο, παραλίγο να χτυπήσει το εύθραυστο βάζο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store