Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hurtle
01
επιταχύνω, εκσφενδονίζω
to move with speed and intensity
Intransitive: to hurtle somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurtle
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurtles
ενεστώτα μετοχή
hurtling
απλός αόριστος
hurtled
παθητική μετοχή
hurtled
Παραδείγματα
The soccer ball hurtled toward the goalpost, propelled by the player's powerful kick.
Η μπάλα του ποδοσφαίρου εκσφενδονίστηκε προς το δοκάρι, προωθημένη από το δυνατό χτύπημα του παίκτη.
02
εκσφενδονίζω, πετώ με δύναμη
to propel or cast an object with great force and intensity
Transitive: to hurtle sth somewhere
Παραδείγματα
In a fit of anger, he hurtled the book across the room, narrowly missing the fragile vase.
Σε μια έκρηξη θυμού, έριξε βίαια το βιβλίο απέναντι στο δωμάτιο, παραλίγο να χτυπήσει το εύθραυστο βάζο.



























