Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hungry
01
πεινασμένος,πείνα, needing food
needing or wanting something to eat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hungriest
συγκριτικός βαθμός
hungrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The long hike left them feeling tired and hungry.
Ο μεγάλος περίπατος τους άφησε να νιώθουν κουρασμένοι και πεινασμένοι.
02
άπληστος
(usually followed by `for') extremely desirous
Λεξικό Δέντρο
hungrily
hungriness
hungry
hunger



























