Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hunger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The child cried out in hunger.
Το παιδί φώναξε από πείνα.
02
πείνα
the serious state in which one suffers from lack of food, and may result in death or disease
Παραδείγματα
The organization works to alleviate hunger in underserved communities.
Ο οργανισμός εργάζεται για την ανακούφιση της πείνας σε κοινότητες με ελλιπείς υπηρεσίες.
03
πείνα, λαχτάρα
a craving for something
Παραδείγματα
He had a hunger for knowledge.
Είχε πείνα για γνώση.
to hunger
01
λαχταρώ, ποθώ
to have an intense desire for something
Intransitive: to hunger for sth
Παραδείγματα
He hungers for success in his career and is determined to achieve his goals.
Επιθυμεί έντονα την επιτυχία στην καριέρα του και είναι αποφασισμένος να πετύχει τους στόχους του.
02
πεινάω, προκαλώ πείνα
to cause someone to feel extremely hungry
Transitive: to hunger sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hunger
γ΄ ενικό πρόσωπο
hungers
ενεστώτα μετοχή
hungering
απλός αόριστος
hungered
παθητική μετοχή
hungered
Παραδείγματα
The long journey through the desert began to hunger them.
Το μακρύ ταξίδι μέσα από την έρημο άρχισε να τους πεινάει.
03
νιώθω πείνα, πεινάω
to experience the physical sensation of needing food
Intransitive
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He felt himself hunger as the afternoon passed without lunch.
Ένιωσε πείνα καθώς το απόγευμα πέρασε χωρίς μεσημεριανό.



























