hunger
hun
ˈhʌn
χαν
ger
gər
γκαρ
/ˈhʌŋɡə/

Ορισμός και σημασία του "hunger"στα αγγλικά

01

πείνα

the feeling that a person gets when they need to eat
hunger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Hunger pangs woke her in the middle of the night.
Η πείνα την ξύπνησε στη μέση της νύχτας.
02

πείνα

the serious state in which one suffers from lack of food, and may result in death or disease
hunger definition and meaning
Παραδείγματα
He wrote a report on the causes and effects of hunger worldwide.
Έγραψε μια αναφορά για τις αιτίες και τις επιπτώσεις της πείνας παγκοσμίως.
03

πείνα, λαχτάρα

a craving for something
Παραδείγματα
There is a hunger for justice in the community.
Υπάρχει πείνα για δικαιοσύνη στην κοινότητα.
to hunger
01

λαχταρώ, ποθώ

to have an intense desire for something
Intransitive: to hunger for sth
to hunger definition and meaning
Παραδείγματα
The artist hungers for inspiration to create meaningful and impactful work.
Ο καλλιτέχνης πεινάει για έμπνευση να δημιουργήσει σημαντική και επηρεαστική δουλειά.
02

πεινάω, προκαλώ πείνα

to cause someone to feel extremely hungry
Transitive: to hunger sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hunger
γ΄ ενικό πρόσωπο
hungers
ενεστώτα μετοχή
hungering
απλός αόριστος
hungered
παθητική μετοχή
hungered
Παραδείγματα
The famine in the region began to hunger the entire population.
Η πείνα στην περιοχή άρχισε να πεινάει ολόκληρο τον πληθυσμό.
03

νιώθω πείνα, πεινάω

to experience the physical sensation of needing food
Intransitive
Old use
Παραδείγματα
She was so busy with work that she did n’t realize she was beginning to hunger.
Ήταν τόσο απασχολημένη με τη δουλειά που δεν συνειδητοποίησε ότι άρχιζε να πεινάει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store