Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Approbation
01
έγκριση, συγκατάθεση
official approval or agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The proposed policy changes received official approbation from the board of directors.
Οι προτεινόμενες αλλαγές πολιτικής έλαβαν επίσημη έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο.
Λεξικό Δέντρο
disapprobation
approbation
approbate
approb



























