Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Approaching
01
προσέγγιση
the act of drawing spatially closer to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
approachings
02
πλησίασμα, άφιξη
the temporal property of becoming nearer in time
03
προσέγγιση, πλησίασμα
the event of one object coming closer to another
approaching
01
πλησιάζων, επερχόμενος
getting closer, either in time or physical distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most approaching
συγκριτικός βαθμός
more approaching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team ’s approaching victory seemed inevitable after their recent performance.
Η πλησιάζουσα νίκη της ομάδας φαινόταν αναπόφευκτη μετά την πρόσφατη απόδοσή τους.
Λεξικό Δέντρο
approaching
approach



























