Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to appraise
01
αξιολογώ, εκτιμώ
to carefully examine something and judge its value, often in terms of money or quality
Transitive: to appraise a property or possession
Παραδείγματα
The real estate agent will appraise the house to determine its market value.
Ο μεσίτης ακινήτων θα αξιολογήσει το σπίτι για να καθορίσει την αγοραία του αξία.
02
αξιολογώ, εκτιμώ
to estimate or assess the value, quality, or performance of something or someone
Transitive: to appraise sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
appraise
γ΄ ενικό πρόσωπο
appraises
ενεστώτα μετοχή
appraising
απλός αόριστος
appraised
παθητική μετοχή
appraised
Παραδείγματα
She appraised his artwork and offered constructive feedback on how to improve his technique.
Αξιολόγησε το έργο τέχνης του και προσέφερε εποικοδομητική ανατροφοδότηση σχετικά με το πώς να βελτιώσει την τεχνική του.
Λεξικό Δέντρο
appraiser
appraising
reappraise
appraise



























