Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hotel room
01
δωμάτιο ξενοδοχείου
a room that we pay to occupy in a hotel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hotel rooms
Παραδείγματα
He forgot his phone charger in the hotel room.
Ξέχασε το φορτιστή του τηλεφώνου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.



























