Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horseradish
01
χρένο, αγριοραπανάκι
the root of a European plant of the mustard family, with a white color and a strong flavor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He mixed horseradish with cream cheese and spread it on crackers for a quick snack.
Ανέμειξε χρένο με κρέμα τυριού και το απλώνει σε κράκερς για ένα γρήγορο σνακ.
02
τριμμένη ρίζα χρένο
grated horseradish root
Λεξικό Δέντρο
horseradish
horse
radish



























