horseshoe
horse
ˈhɔ:s
haws
shoe
ʃu:
shoo
horseshow

Ορισμός και σημασία του "horseshoe"στα αγγλικά

01

πέταλο, οπλή αλόγου

U-shaped plate nailed to underside of horse's hoof 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horseshoes
02

πέταλο, εξοπλισμός παιχνιδιού πετάλου

game equipment consisting of an open ring of iron used in playing horseshoes 
03

πέταλο, σχήμα πετάλου

a shape that looks like the letter U, with two ends that curve slightly inward 
Παραδείγματα
The dancers stood in a horseshoe formation. 

Οι χορευτές στάθηκαν σε σχηματισμό πέταλου.

to horseshoe
01

πεταλώνω, τοποθετώ πέταλο

equip (a horse) with a horseshoe or horseshoes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horseshoe
γ΄ ενικό πρόσωπο
horseshoes
ενεστώτα μετοχή
horseshoeing
απλός αόριστος
horseshoed
παθητική μετοχή
horseshoed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store