horsey
hor
ˈhɔ:
haw
sey
si
si

Ορισμός και σημασία του "horsey"στα αγγλικά

01

αλογάκι, πουλάρι

used to refer to a horse in a playful, childish, or affectionate way 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
horsey
Παραδείγματα
The little girl pretended to ride a horsey, galloping around the yard. 

Το μικρό κορίτσι προσποιήθηκε ότι καβαλάει ένα αλογάκι, καλπάζοντας γύρω από την αυλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store