horticulture
hor
ˈhɔ:
haw
ti
ti
cul
ˌkʌl
kal
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "horticulture"στα αγγλικά

01

κηπευτική, κηποτεχνία

the practice or study of growing flowers or other garden plants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

horticultural
horticulturist
horticulture
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store