Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hospice
01
hospice, εγκατάσταση πραϋντικής φροντίδας
a healthcare facility for people who are terminally ill, where their emotional and practical needs are met
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hospices
02
ξενοδοχείο, μοναστηριακή πανδοχείο
a lodging for travelers (especially one kept by a monastic order)



























