Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horseshoe
01
πέταλο, οπλή αλόγου
U-shaped plate nailed to underside of horse's hoof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horseshoes
02
πέταλο, εξοπλισμός παιχνιδιού πετάλου
game equipment consisting of an open ring of iron used in playing horseshoes
03
πέταλο, σχήμα πετάλου
a shape that looks like the letter U, with two ends that curve slightly inward
Παραδείγματα
The lake had a clear horseshoe shape when seen from above.
Η λίμνη είχε ένα σαφές σχήμα πέταλου όταν την έβλεπες από ψηλά.
to horseshoe
01
πεταλώνω, τοποθετώ πέταλο
equip (a horse) with a horseshoe or horseshoes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horseshoe
γ΄ ενικό πρόσωπο
horseshoes
ενεστώτα μετοχή
horseshoeing
απλός αόριστος
horseshoed
παθητική μετοχή
horseshoed
Λεξικό Δέντρο
horseshoe
horse
shoe



























