Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horribly
01
φρικτά, τρομακτικά
in a way that causes horror, revulsion, or extreme emotional distress
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
Civilians were horribly wounded during the bombing.
Οι πολίτες τραυματίστηκαν φρικτά κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού.
1.1
φρικτά, τρομερά
to a very unpleasant, disagreeable, or extreme degree
Παραδείγματα
We were horribly late for the meeting.
Ήμασταν τρομερά αργοί για τη συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
horribly
horrible
horr



























