Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to honk
01
κορνάρω, ηχώ το κόρνο
to cause a horn, particularly of a vehicle, to make a loud noise
Transitive: to honk a horn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
honk
γ΄ ενικό πρόσωπο
honks
ενεστώτα μετοχή
honking
απλός αόριστος
honked
παθητική μετοχή
honked
Παραδείγματα
She honks to greet her friend waiting on the sidewalk.
Αυτή κορνάρει για να χαιρετήσει τη φίλη της που περιμένει στο πεζοδρόμιο.
02
κάνω εμετό, ξεραίνομαι
to expel the contents of the stomach through the mouth
Intransitive
Παραδείγματα
The kid honked in the car on the way to school.
Το παιδί έκανε εμετό στο αυτοκίνητο στο δρόμο για το σχολείο.
03
κακαρίζω, κραυγάζω
to make a loud, harsh sound similar to that of a goose
Intransitive
Παραδείγματα
He honked twice to signal that he was ready to leave.
Έκανε κορνάρισμα δύο φορές για να σηματοδοτήσει ότι ήταν έτοιμος να φύγει.
04
κακάζω, κορνάρω
to produce a loud, harsh sound typical of a goose
Intransitive
Παραδείγματα
He watched the ducks and geese honk and flap around the lake.
Παρακολουθούσε τις πάπιες και τις χήνες να κακάζουν και να φτεροκοπούν γύρω από τη λίμνη.
Honk
01
κραυγή χήνας, ήχος που μοιάζει με χήνα
the cry of a goose (or any sound resembling this)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
honks
Λεξικό Δέντρο
honker
honking
honk



























