homy
homy
'həʊmi
hewmi
homey
homey

Ορισμός και σημασία του "homy"στα αγγλικά

01

ζεστός, άνετος

having a feeling of home; cozy and comfortable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
homiest
συγκριτικός βαθμός
homier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
atmosphere, comfort, domesticity
01

φίλος, σύντροφος

a close friend or companion, often used in casual, affectionate contexts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homeys
Παραδείγματα
What’s up, homey? Long time no see! 

Τι γίνεται, φιλαράκι ; Χρόνια και ζαμάνια!

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

homy
home
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store