Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homogeneity
01
ομοιογένεια, ομοιομορφία
things that are alike or have the same qualities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
homogeneities
Παραδείγματα
The cultural homogeneity of the small town made it difficult for outsiders to integrate.
Η πολιτιστική ομοιογένεια της μικρής πόλης έκανε δύσκολη την ενσωμάτωση των ξένων.
02
ομοιογένεια, ομοιομορφία
something is the same all the way through, without differences
Παραδείγματα
The homogeneity of the metal alloy ensures its strength and durability.
Η ομοιογένεια της μεταλλικής κράματος εξασφαλίζει την αντοχή και την ανθεκτικότητά της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inhomogeneity
homogeneity
homogene



























