homemade
home
hoʊm
χουμ
made
meɪd
μειντ
/hˈə‌ʊmme‌ɪd/
home-made

Ορισμός και σημασία του "homemade"στα αγγλικά

01

σπιτικό, σπιτοφτιαγμένο

having been made at home, rather than in a factory or store, especially referring to food

home

homemade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most homemade
συγκριτικός βαθμός
more homemade
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The homemade jam was made from freshly picked berries from the backyard.
Η σπιτική μαρμελάδα ήταν φτιαγμένη από φρέσκα μαζεμένα μούρα από την αυλή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store