Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appalled
01
τρομαγμένος, συγκλονισμένος
very scared and shocked by something unpleasant or bad
Παραδείγματα
The community was appalled when they learned about the extent of pollution in the local river.
Η κοινότητα σοκαρίστηκε όταν έμαθε για την έκταση της ρύπανσης στον τοπικό ποταμό.
Λεξικό Δέντρο
appalled
appall



























