holdup
hol
ˈhəʊl
hewl
dup
dʌp
dap

Ορισμός και σημασία του "holdup"στα αγγλικά

01

ληστεία, ένοπλη ληστεία

robbery at gunpoint 
holdup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holdups
02

καθυστέρηση, διακοπή

a delay or interruption, often caused by an unexpected problem or obstacle 
holdup definition and meaning
Παραδείγματα
There was a holdup at the airport due to security checks. 

Παρουσιάστηκε μια καθυστέρηση στο αεροδρόμιο λόγω ελέγχων ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store