holdup
Pronunciation
/ˈhoʊɫˌdəp/

Ορισμός και σημασία του "holdup"στα αγγλικά

01

ληστεία, ένοπλη ληστεία

robbery at gunpoint
holdup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holdups
02

καθυστέρηση, διακοπή

a delay or interruption, often caused by an unexpected problem or obstacle
holdup definition and meaning
Παραδείγματα
The police investigated the holdup at the bank yesterday.
Η αστυνομία διερεύνησε την ληστεία στην τράπεζα χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store