holding
hol
ˈhəʊl
hewl
ding
dɪng
ding
hilding

Ορισμός και σημασία του "holding"στα αγγλικά

01

κατοχή, κατέχοντας

the act of retaining something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holdings
02

χαρτοφυλάκιο, κατοχή

ivestments, securities, and assets held by an individual or entity for financial gain or future use 
Παραδείγματα
The billionaire's holding includes a diverse portfolio of stocks and bonds. 

Ο χαρτοφυλάκιο του δισεκατομμυριούχου περιλαμβάνει ένα ποικίλο χαρτοφυλάκιο μετοχών και ομολόγων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

holding
hold
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store