holder
hol
ˈhəʊl
hewl
der
hollerhoder

Ορισμός και σημασία του "holder"στα αγγλικά

01

κρατήρας, υποστήριγμα

a object designed to support, contain, or secure another item in place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holders
Παραδείγματα
She placed the candle in a brass holder. 

Τοποθέτησε το κερί σε έναν καρφοθήκη από ορείχαλκο.

02

κάτοχος, ιδιοκτήτης

a legal possessor of a negotiable financial document, often with rights to claim payment or ownership 
Παραδείγματα
The holder of the check may deposit or cash it at any bank. 

Ο κάτοχος της επιταγής μπορεί να την καταθέσει ή να την εισπράξει σε οποιαδήποτε τράπεζα.

03

κάτοχος, κρατών

an individual who possesses or carries an item, title, or position 
Παραδείγματα
She is the current holder of the world record in swimming. 

Είναι η τρέχουσα κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ στην κολύμβηση.

Λεξικό Δέντρο

upholder
holder
hold
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store