to hold off
Pronunciation
/hˈoʊld ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "hold off"στα αγγλικά

to hold off
[phrase form: hold]
01

αντιστέκομαι, κρατιέμαι

to resist defeat or unfavorable outcomes through defense or delay
Transitive: to hold off sb/sth
to hold off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hold
ενεστώτας
hold off
γ΄ ενικό πρόσωπο
holds off
ενεστώτα μετοχή
holding off
απλός αόριστος
held off
παθητική μετοχή
held off
Παραδείγματα
His quick thinking allowed him to hold off the opponents and emerge victorious.
Η γρήγορη σκέψη του του επέτρεψε να απωθήσει τους αντιπάλους και να αναδειχθεί νικητής.
02

περιμένω, αναβάλλω

to refrain from taking immediate action
Transitive: to hold off an action | to hold off on an action
to hold off definition and meaning
Παραδείγματα
The teacher advised the students to hold off on submitting their assignments until the deadline.
Ο δάσκαλος συμβούλευσε τους μαθητές να αποσυρθούν από την υποβολή των εργασιών τους μέχρι την προθεσμία.
03

καθυστερώ, περιμένω

(of storms or rains) to not begin for a period of time
Intransitive
Παραδείγματα
The meteorologists said the storm would hold off until evening.
Οι μετεωρολόγοι είπαν ότι η καταιγίδα θα καθυστερήσει μέχρι το βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store