Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hold off
01
αντιστέκομαι, κρατιέμαι
to resist defeat or unfavorable outcomes through defense or delay
Transitive: to hold off sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hold
ενεστώτας
hold off
γ΄ ενικό πρόσωπο
holds off
ενεστώτα μετοχή
holding off
απλός αόριστος
held off
παθητική μετοχή
held off
Παραδείγματα
The team managed to hold the opposing team off until the final whistle.
Η ομάδα κατάφερε να κρατήσει μακριά την αντίπαλη ομάδα μέχρι το τελευταίο σφύριγμα.
02
περιμένω, αναβάλλω
to refrain from taking immediate action
Transitive: to hold off an action | to hold off on an action
Παραδείγματα
She decided to hold off on buying a new car until she had saved more money.
Αποφάσισε να αναβάλει την αγορά ενός νέου αυτοκινήτου μέχρι να εξοικονομήσει περισσότερα χρήματα.
03
καθυστερώ, περιμένω
(of storms or rains) to not begin for a period of time
Intransitive
Παραδείγματα
The dark clouds threatened, but the rain held off during the outdoor wedding ceremony.
Οι σκοτεινές σύννεφες απειλούσαν, αλλά η βροχή κρατήθηκε κατά τη διάρκεια της τελετής γάμου στο ύπαιθρο.



























