hobo
ho
ˈhəʊ
hew
bo
bəʊ
bew
koboyobooboegobo

Ορισμός και σημασία του "hobo"στα αγγλικά

01

αλήτης, άστεγος

a homeless person, often implying vagrancy 
Dialectamerican flagAmerican
hobo definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobos
Παραδείγματα
The shop owner chased the hobo sleeping in the doorway. 

Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος κυνήγησε τον αλήτη που κοιμόταν στην είσοδο.

02

περιπλανώμενος εργάτης, εποχικός εργάτης

a worker who moves around and works temporarily in different places 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store